Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Drama Queens. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Drama Queens. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/3/11

Another Year [2010] - dir: Mike Leigh

Μετά την Vera, την Cynthia, την Poppy, o Mike Leigh επανέρχεται στο προσκήνιο, παρέα με καταθλιπτικές περσόνες, γυναίκες που αγκαλιάζουν σφιχτά ένα ποτήρι κρασί, άνδρες που πνίγουν τον καημό τους σε ασταμάτητο κάπνισμα, ανθρώπους σε κρίση μέσης ευτυχίας. Γνώριμες φιγούρες.

Ένα μεσήλικο ζευγάρι κάπου στα προάστια του Λονδίνου, που τα ονόματά του παραπέμπουν σε δίδυμο από καρτούν, συγκεντρώνει γύρω του προσωπικότητες για να τις παρατηρήσει με χαρακτηριστική αγγλική αποστασιοποίηση. Η Gerri ως ψυχολόγος, ερευνά τις ψυχές των ανθρώπων και ο Tom ως γεωλόγος, σκαλίζει την ψυχή της γης. Η ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή τους όμως έλκει το ακριβώς αντίθετο: έναν μελαγχολικό φίλο, έναν γιο που αγχώνεται για το εάν θα βρει την κατάλληλη νύφη, πιο πολύ από όλους όμως, την νευρωτική και υπερευαίσθητη Mary. Χαρακτήρες καθημερινοί, που αναζητούν την ευτυχία κάνουν κύκλους γύρω από εκείνους που την έχουν κατακτήσει. Πολλές φορές το σπίτι τους μοιάζει με εξομολογητήριο, όπου οι άνθρωποι αυτοί προσέρχονται για να απολογηθούν για το ότι δεν κατάφεραν να πετύχουν όσα εκείνοι, για να κατακρίνουν συνειδητά τον εαυτό τους μπροστά στο ευτυχισμένο ζευγάρι, ίσως και για να αποσπάσουν την “μαγική συνταγή” που ακολούθησαν.

Και ενώ οι τέσσερις εποχές διαδέχονται αρμονικά η μία την άλλη, οι ζωές τους τείνουν να αλλάξουν λίγο ή πολύ, ανάλογα με το πόσο το επιδιώκουν οι ίδιοι. Και παρόλο που ο Leigh επιλέγει να συγκεντρώσει αρκετές προσωπικότητες γύρω από το ζευγάρι, μία είναι εκείνη που καταφέρνει να συλλέξει όλο το ενδιαφέρον. Όχι μόνο γιατί η Lesley Manville εκτελεί το ρόλο αυτής με μοναδική συνέπεια και ζήλο, αλλά και γιατί από εκείνη ξεκινά και τελειώνει το νόημα της ταινίας. Η υπερκινητική συνάδελφος Mary, που μιλάει ακατάπαυστα προσπαθώντας να κεντρίσει το ενδιαφέρον και που θλίβεται κάθε φορά που ανακαλύπτει πόσο μόνη νιώθει. Πολλές φορές αυτάρεσκη, ορισμένες φορές η διασκέδαση των γύρω της λόγω της αφέλειας και της ευκολοπιστίας της. Και ίσως και δέκτης σκληρής στάσης απέναντι της όταν η ανασφάλειά της “απειλεί” να εισχωρήσει στο φιλήσυχο περιβάλλον τους. Ποιος μπορεί όμως να καταδικάσει εκείνους που προστατεύουν την ευτυχία τους;

Ακόμη τέσσερις εποχές από την ζωή του Tom και της Gerri όπου όλα μένουν σταθερά, ακόμη μια χρονιά από την ζωή φίλων και συγγενών. Εξάλλου γι αυτό πρόκειται. Για την ευτυχία μας και την δυστυχία των άλλων, την σύγκριση που νοητά κάνουμε. Και αλίμονο αν η ζυγαριά γέρνει προς τα εμάς. Ο Leigh δείχνει έμμεσα να καυτηριάζει αυτό το θέμα: εκείνοι που έμειναν μόνοι δίχως να παντρευτούν είναι καταδικασμένοι στην μιζέρια, εκείνοι που βρήκαν ένα ταίρι βαδίζουν προς την ευτυχία. Σαν ψυχολόγος που αφουγκράζεται τους γύρω του, εκφράζει την ευαισθησία του για ένα θέμα που αφορά και τον ίδιο, μεταφέρει με απλούς, ρεαλιστικούς διαλόγους τις σκέψεις και τους προβληματισμούς που βιώνουν οι άνθρωποι αυτής της ηλικίας, στην Αγγλία των γκριζοπράσσινων χρωμάτων. Το τώρα, το παρόν, οι ήρωές του αγωνιούν για το τι τους συμβαίνει σήμερα, αναπολούν το παρελθόν με συμπάθεια και χιούμορ χωρίς να προσκολλούνται εκεί, ενώ οι παύσεις τους λειτουργούν υπέρ του θεατή δίνοντάς του πολύτιμο χρόνο για να κατανοήσει τον χαρακτήρα τους.

Σαν στοργικός προστάτης ο Leigh, θα αγκαλιάσει την ηλικία αυτή και θα μεταφέρει τους υπαινιγμούς του για τον ρατσισμό που ενίοτε αντιμετωπίζει μέσα από τα λόγια του συμπαθέστατου Ken:“για τους νέους, όλα για τους νέους είναι”. Και φυσικά, ενώ τους αναγκάζει να επιστρέφουν σε ένα άδειο σπίτι, τους δίνει πάντα την δίκαιη ευκαιρία να μοιράζονται τις αγωνίες τους και τις ελάχιστες σπίθες ελπίδας των ματιών τους.

Άραγε πόσο κοντά σε όλους αυτούς τους επισκέπτες θα βρίσκονταν ο Tom και η Gerri χωρίς ο ένας τον άλλο; Τόσο πολύ εξαρτάται η ευτυχία μας από τους γύρω μας; Άλλο με προβληματίζει όμως. Αυτοί που βρήκαν την ταινία κενή, ανούσια, τόσο μακριά είναι από την πραγματικότητα;

10/3/11

Blue Valentine [2010] - dir: Derek Cianfrance

Είναι ελάχιστες οι φορές που μια ταινία έχει να κάνει περισσότερο με τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και όχι τόσο με την πρωτοτυπία της θεματολογίας της. Το Blue Valentine φτιάχτηκε για να ξεφύγει από τα όρια μιας οθόνης, για να αφήσει τους πρωταγωνιστές του να αναπνεύσουν το ίδιο οξυγόνο με εμάς, να μας αιχμαλωτίσουν ώστε να νιώσουμε μαζί τους ένα - ένα τα συναισθήματα που βιώνουν. Ούτως ή άλλως αυτοί δεν πονάνε πραγματικά, παρά μόνο εμείς.

Όταν τελειώνει ένας έρωτας κλείνουμε τα μάτια για να πάμε πίσω και να θυμηθούμε στιγμιότυπά του, να αισθανθούμε ξανά έστω για δευτερόλεπτα εκείνη την υστερική ευτυχία. Ο Derek Cianfrance ακολουθεί αυτόν τον δρόμο, ανοιγοκλείνει τα δικά του προκειμένου να μας πάει μια μπρος και μια πίσω στο χρονικό μιας ιστορίας που ξεκίνησε από έρωτα. Αρχίζοντας από το παρόν θα επιστρέψει στο παρελθόν στην αρχή του, για να καταλήξει στην φθορά του, την πιο επίπονη από όλες, την μονόπλευρη. Ο ρομαντικός Dean ερωτεύτηκε την απόμακρη Cindy, η ρεαλίστρια Cindy ερωτεύτηκε τον προστατευτικό Dean. Οι διαφορετικοί χαρακτήρες τους βρήκαν για λίγο καιρό ένα σημείο ισορροπίας μέχρι που ενώθηκαν με δύο βέρες και ένα παιδί. Αλλά σπάνια ο ρεαλισμός με την ονειροπόληση κατάφερναν να συμβιώνουν.

Ο Dean ξεγυμνώνει τον εαυτό του χωρίς να φοβάται ενώ η Cindy προστατεύει τον δικό της από φόβο. Αυτός δεν κάνει ποτέ σχέδια για το μέλλον, εκείνη δεν μπορεί να μην σκέφτεται το αύριο. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν μελοδράματα και ο Cianfrance δεν θα υποκύψει σε υπερβολές, παρά μόνο σε αυθόρμητους διαλόγους που γίνονται σε κιτς ξενοδοχεία και αληθινά αισθήματα που εκφράζονται βίαια σε χώρους εργασίας. Κάτω από το επιτηδευμένο μπλε φως του δωματίου που θα έπρεπε να αναζωπυρωθεί ένας έρωτας, ανταλλάσσονται γλυκόπικρα βλέμματα παραδίδοντας μαθήματα αληθινής ζωής.

Στο ρεσιτάλ συναισθημάτων τα ηνία κρατά ο Ryan Gosling που αποτυπώνει έναν ανιδιοτελές χαρακτήρα, σπάνιο κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και φυσικά, o gentleman που υποδύεται, δεν θα μπορούσε και στην πραγματικότητα να κάνει πέρα την Michelle Williams η οποία σε στιγμές δείχνει να μαγνητίζει την αξεπέραστη λάμψη του. Και είναι τόσο ιδανικά τα ποσοστά της χημείας ανάμεσά τους που θα μπορούσαν πράγματι να τους καθιερώσουν στην ιστορία των πιο ταιριαστών κινηματογραφικών ζευγαριών.

Το Blue Valentine όμως παρ' όλη την δραματική του φύση, δεν σε κάνει να λυπάσαι για τον συγκεκριμένο έρωτα που δεν επιβίωσε αλλά για την μη αναστρέψιμη φθορά του, που αργά η γρήγορα έρχεται για όλους μας. Δυστυχώς ελάχιστοι αποδέχονται το γεγονός πως ο έρωτας κάποτε τελειώνει. Δίνει όμως την θέση του σε άλλα συναισθήματα όπως την αγάπη, την εκτίμηση, την συντροφικότητα. Ο Cianfrance το γνωρίζει αυτό αλλά παρ' όλα αυτά επέλεξε να πλάσει την ιστορία ενός ζευγαριού που δεν ενδιαφέρθηκε να ζήσει χωρίς έρωτα, που είχε τόσο μεγάλη ανάγκη από αυτόν και αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την έλλειψή του. Και φυσικά αυτός που επαναστατεί διακρίνεται πάντα από ειλικρίνεια, γι αυτό και ο Dean και η Cindy αφέθηκαν σε διαλόγους που τσάκισαν αλλά και γιάτρεψαν. Τελικά, το Blue Valentine δεν σε κάνει να λυπάσαι για τον συγκεκριμένο έρωτα που δεν επιβίωσε, αλλά να χαίρεσαι που κατάφερε να υπάρξει.

Ένα μελαγχολικό μπλουζ συναισθημάτων, μια ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, ένα από τα πιο όμορφα χαστούκια που μπορείς να εισπράξεις. Blue Valentine, όπως λέμε Μελαγχολικός Έρωτας.




P.S: Μην παραλείψετε να δείτε το υπέροχο sequel εικόνων που συνοδεύει τους τίτλους τέλους.




3/2/11

127 Hours [2010] - dir: Danny Boyle

Φαντάζομαι πως οι αληθινές ιστορίες μπορούν εύκολα να γίνουν πειρασμός για έναν σκηνοθέτη, αλλά και για έναν ηθοποιό. Όπως η ιστορία ενός πολύ απλού ανθρώπου, του Aron Ralston. Ένας Αμερικανός ορειβάτης που έπαιρνε τα βουνά και τα φαράγγια για να εισπνεύσει ζωή. Που έβαζε σε λειτουργία ένα νοητό χρονόμετρο το οποίο επέτρεπε στους γύρω του να περάσουν μαζί του λίγες στιγμές, ώσπου να το βάλει στα πόδια για να απομονωθεί στη φύση, εκεί που οι πνεύμονές του γέμιζαν αδρεναλίνη. Εσωστρεφής αλλά ευτυχισμένος, πλήρης μέσα στην μοναξιά του.
 
Τον Απρίλιο του 2003, καθώς βρίσκεται σε μια ακόμη ορειβατική εξόρμηση, ένας βράχος καταπλακώνει το δεξί του χέρι και τον ακινητοποιεί. Τώρα, δεν μπορεί να πετάξει από βράχο σε βράχο για να ξεφύγει, πρέπει να μείνει εκεί και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, αυτός απέναντι σε εκείνο, μόνοι τους. Καθώς οι ώρες περνούν, η σωματική κατάπτωση δημιουργεί παραισθήσεις αλλά τα στιγμιότυπα του παρελθόντος του δίνουν αντοχές. Οι γονείς, η σωτηρία του, η παλιά του αγάπη, ένας άντρας που ονομάζεται Blue John, μία ραδιοφωνική εκπομπή, οι φίλοι, πραγματικά είμαι σίγουρη, οι πιο βαθιά χαραγμένες, πέντε ημέρες της ζωής του. Τότε όμως, στο όριο της εξάντλησης, εμφανίζεται η εικόνα ενός μικρού και άγνωστου παιδιού που του χαμογελά με αθωότητα και μέσα σε ελάχιστα λεπτά ο Aron ξέρει πως δεν έχει άλλα περιθώρια, πρέπει να τρέξει κοντά του.


Οι Άγγλοι δεν φημίζονται για το μελόδραμα τους και ιδιαίτερα ο Danny Boyle, το αγαπημένο παιδί της χώρας του. Και όπως προανέφερα, οι πραγματικές ιστορίες μπορούν πολύ εύκολα να γίνουν δίκοπο μαχαίρι μιας και είναι εύκολο να χαθεί η ισορροπία μεταξύ αληθινού και φανταστικού, να επιστρατευτούν εντυπωσιασμοί και ανεξέλεγκτοι μελοδραματισμοί. Όχι όμως εδώ. Πολύ σοφά ο αγαπητός Άγγλος, αφήνει για λίγο στην άκρη τον σκηνοθετικό του πλουραλισμό, αγνοεί διακριτικά το υπέροχο άγριο τοπίο και εστιάζει στον πρωταγωνιστή του. Γιατί ο Boyle δείχνει να έχει μελετήσει πολύ σωστά τον χαρακτήρα του Ralston. Ρεαλιστής, με χιούμορ, αισιοδοξία και με πάρα πολύ δύναμη μέσα του, γι αυτό και γυρνά την πλάτη στην γραφική μπέρτα του ήρωα που ίσως να του φορούσε ένας Αμερικανός σκηνοθέτης. Τοποθετεί την κατάσταση στις πραγματικές της διαστάσεις, μακάβριες μεν αλλά πολύ απλές: ή θάνατος ή ζωή. Ένας άνθρωπος μονάχος, παγιδευμένος κάτω από μια πέτρα με το δεξί του χέρι νεκρό, μια ταινία που θα μπορούσε να οδηγηθεί στην αποτυχία καταντώντας ένας κραυγαλέος έπαινος για τη θέληση της ζωής. Όμως στον Boyle ποτέ δεν άρεσε να φωνάζει το νόημα αλλά να το ψιθυρίζει με εικόνες.

Αν ρωτούσαν τα κοντινά πρόσωπα του πραγματικού Aron, για το εάν πίστευαν πως θα επιβίωνε, έχω την εντύπωση ότι όλοι θα απαντούσαν με σιγουριά πως, ναι. Και ίσως και αυτοί να περίμεναν όπως και ο ίδιος, ότι ο βράχος αυτός θα έρθει κάποια στιγμή στη ζωή του για φρενάρει το Εγώ του και να του επιβάλλει να λογαριάσει τη ζωή του διαφορετικά. Και ο δικός του βράχος, αν και άδικα τόσο βαρύς, κατάφερε να γίνει θρύψαλα μπροστά στην θέληση του για ζωή. Γιατί ο Aron μπορεί να επέλεγε συχνά την μοναξιά, αλλά μέσα από αυτήν είχε μάθει να επιβιώνει συναισθηματικά και σωματικά χωρίς να έχει την ανάγκη κανενός, να βασίζεται στις δικές του δυνάμεις. Και ευτυχώς, η δίψα να επιστρέψει στους δικούς του ανθρώπους, δεν ήταν από ανάγκη, αλλά από αγάπη.

Δεν ξέρω αν ο Ralston αποφάσισε να ζήσει για την ανάμνηση του χθες ή για την ανυπομονησία του αύριο, αλλά είμαι σίγουρη πως ακολούθησε τη φωνή μέσα του που του φώναξε δύο λέξεις: “Choose Life”, εκείνες που κατάφερε να φωνάξει με την δική του δύναμη ο Mark Renton στο Trainspotting, το 1996. Θυμάστε;


27/1/11

Black Swan [2010] - dir: Darren Aronofsky

Το κοριτσάκι που ψάχνει την γυναίκα μέσα του δεν μπορεί να ξεφύγει από το ροζ δωμάτιο, όμως το θέλει πολύ. Η γυναίκα που περπατά αγέρωχη στο δρόμο και την κοιτά με αυτοπεποίθηση είναι η ίδια. Η Νίνα καταδιώκεται από το είδωλό της, το alter ego της που γελά δαιμονισμένα. Πραγματικά δεν υπάρχει κανένας που να την απειλεί περισσότερο από τον ίδιο της τον εαυτό.

Η Νίνα είναι μια όμορφη νεαρή μπαλαρίνα μπροστά στην ευκαιρία της ζωής της: επιλέγεται ως η νέα πρίμα μπαλαρίνα για την παράσταση της Λίμνης των Κύκνων η οποία όμως καλείται να ενσαρκώσει και τους δύο ρόλους: του Λευκού αλλά και του Μαύρου Κύκνου. Ο Τόμας Λίροϊ την επέλεξε, κάτι βλέπει σ' αυτήν, πρέπει να τον ικανοποιήσει. Ο Λευκός βρίσκεται στο τσεπάκι πάνω από την καρδιά της, άλλα ο Μαύρος, που πλανεύει, μοιάζει ακατόρθωτος. Ο γυναικείος κλοιός σφίγγει: η Λίλυ η αντικαταστάτριά της δείχνει να την καταδιώκει, η μητέρα της δεν έχει ζωή παρά μόνο γι' αυτήν και η πικραμένη, πρώην μούσα, Μπεθ ξεσπάει την δυστυχία του τέλους μιας καριέρας πάνω της. Η Νίνα αρχίζει να βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν. Όμως κατοικούν βασανιστικά βαθιά στο υποσυνείδητό της.


Μια κοπέλα που επιδιώκει να γίνει κύκνος ή ένας κύκνος που προσπαθεί να μοιάζει με άνθρωπο; Η Νίνα ζητάει πολύ λίγα, θέλει απλά να είναι τέλεια και πονάει πολύ γι αυτό. Το δέρμα της ξεφλουδίζεται, τα νύχια της σπάνε, η πλάτη της αιμορραγεί, η ψυχή της τρέμει από τις παραισθήσεις, αλλά πιο πολύ πονάει που δεν μπορεί να ικανοποιήσει αυτόν που την επέλεξε. Δεν μπορεί να υποδυθεί τον Μαύρο Κύκνο αφού δεν γνωρίζει πως να αποπλανεί, να αφήνεται, να μην ελέγχει την κάθε της κίνηση. Πως θα μπορούσε όμως άλλωστε αφού πέρα από την ομορφιά και την αρτιότητα υπάρχει μια κοπέλα με επίπονη εκπαίδευση που έχει θυσιάσει την προσωπική της ζωή για να κερδίζει τον θαυμασμό και που γνωρίζει τόσο λίγα για την χαρά της ζωής. Ξανά και ξανά μέχρι να επιτύχει την τέλεια κίνηση, κάθε μόριο της ύπαρξής της οφείλει να είναι ολοκληρωτικά δοσμένο σ' αυτόν το σκοπό. Ένας κόσμος μοναχικός που είναι ή Λευκός ή Μαύρος, ή μία Τέλεια ή ένα Τίποτα.



Ο Aronofsky μοιάζει να κρατά ένα μαγικό ραβδί το οποίο κάθε φορά χτυπά πάνω στους ηθοποιούς που επιλέγει και αυτοί απελευθερώνουν μια πρωτοφανή λάμψη που ίσως να εκπλήσσει και τους ίδιους. Έτσι λοιπόν αφήνει και την Natalie Portman να μαγέψει με την αύρα που εκπέμπει το σώμα, το πρόσωπο, η υποκριτική της. Στρεβλώνοντας την κλασσική ιστορία της Λίμνης, γεμίζοντάς την με δικά του στοιχεία,“αρονοφσκικά”, το λυπητερό παραμύθι γίνεται το παρανοϊκό όνειρο της Νίνας που ζει μόνο για την τελειότητα. Σε μια ατμόσφαιρα πότε λευκή, πότε μαύρη (παρατηρείστε πως στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας η Νίνα φοράει ροζ-λευκά και η Λίλυ πάντα μαύρα) με ντελικάτα πρόσωπα που και αυτά ραγίζουν, ο μύθος της Λίμνης των Κύκνων περνά στη πραγματικότητα και παίρνει σάρκα στα οστά της πρίμας μπαλαρίνας.

Το άλλο χέρι όμως του Aronofsky πάντα σκάλιζε τη ρίζα του κακού και την πετούσε χωρίς περιτύλιγμα στα μάτια μας. Ξέρει πως πάνω στη σκηνή υπάρχουν θεοί και πίσω από αυτή δαίμονες και αισθάνεται τον σπαραγμό του καλλιτέχνη που δεν αντέχει να μην ακούει το χειροκρότημα. Και η αυτοκαταστροφή έχει την τρομακτική γοητεία της παράνοιας που πάντα άντεχε να αγαπά. Ακόμη όμως και αν οι ήρωές του έχουν μόνο μια μικρή ζωή στην οθόνη, έχουν μια αιωνιότητα στην σκέψη μας. Ελπίζω ο ήχος των χειροκροτημάτων μας να μην σιγήσει ποτέ στα αυτιά του.





10/11/10

Stone [2010] - dir: John Curran

Ο Stone είναι ένας φυλακισμένος που έχει εκτίσει το μεγαλύτερο μέρος της ποινής του σε μια φυλακή του γκρίζου Detroit. Η Lucetta είναι η γυναίκα του που επιθυμεί διακαώς να τον έχει πάλι κοντά της και θα έκανε τα πάντα για να το πετύχει. O Jack είναι αυτός που θα συγκεντρώσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να εξεταστεί η αναστολή του Stone. Όταν ο τελευταίος θα προσπαθήσει μέσω της γοητευτικής γυναίκας του να επηρεάσει τη γνώμη του Jack προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του, τότε τα πράγματα θα αρχίζουν να περιπλέκονται. Γιατί κάποιος τους λέει ψέματα.


Πάντα μου άρεσαν οι ταινίες που αποδεικνύονται εξαιρετικά γενναιόδωρες προσφέροντάς σου κάτι άλλο από αυτό που υποψιάζεσαι εξ αρχής πως θα πάρεις από αυτές. Το Stone καταφέρνει πολύ επιδέξια να σου δώσει τροφή για να σκεφτείς και να καταλήξεις στα δικά σου συμπεράσματα τοποθετώντας σε ενώπιον των ηρώων, αλλά και των δικών σου ορίων και πιστεύω. Που ξέρεις, ίσως τελικά η ταινία να αφορά εσένα.

Ο Jack και η Madylyn, ο Stone και η Lucetta, δύο ζευγάρια ηλικιακά αντίθετα αλλά ψυχικά ταυτόσημα συναντιούνται. Κάποιοι τους νιώθουν την ανάγκη για προσοχή και φλέγονται στη ιδέα της εγκατάλειψης, ενώ κάποιοι άλλοι αισθάνονται ήδη εγκαταλελειμμένοι και αναζητούν στήριξη σε πράγματα που δεν βλέπουν αλλά αντιλαμβάνονται, όπως οι ανώτερες δυνάμεις, θρησκευτικές και μη. Τοποθετημένοι στις τέσσερις άκρες ενός αόρατου σταυρού, οι ήρωες αυτής της ταινίας θα πλησιάσουν φευγαλέα προς το κέντρο που βρίσκεται η αλήθεια για να την αγγίξουν, πάντα όμως θα νοιώθουν αδύναμοι απέναντί της και θα επιστρέφουν πίσω στον μοναχικό τους εαυτό.

Ο θρησκευτικός υποβολέας που ακούγεται σχεδόν καθ όλη τη διάρκεια της ταινίας καταφέρνει να σε υπνωτίσει και να σε αφήσει έρμαιο της ήδη υπνωτισμένης ζωής των πρωταγωνιστών. Πατώντας με πολύ άνεση στην ομιχλώδες ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Curran, θα ξετυλίξει τους σκοπούς του κάθε χαρακτήρα για να τους περιπλέξει ακόμα περισσότερο γύρω τους. Και ενώ αρχικά έχεις την εντύπωση ότι μπορείς ίσως και εύκολα να ψυχολογήσεις τις συμπεριφορές τους έρχεσαι αντιμέτωπος με τις σκέψεις σου που βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση. Το πέπλο του μυστηρίου όμως βρίσκεται κάτω από αυτό του θρησκευτικού αρχέτυπου και η ιδιότητα του καλού και του κακού αλλάζει διαρκώς χέρια, το ίδιο και αυτή του πιο δυνατού.


Η αρχή είναι το τέλος και το τέλος η αρχή, το βούισμα της μέλισσας μέσα στο μυαλό δεν σταματάει όσα χρόνια κι αν περάσουν, οι χαρακτήρες θα μείνουν ίδιοι, παρ' όλα αυτά δέχονται να περπατήσουν στην κινούμενη άμμο της ηθικής, ρισκάροντας να ξεφύγουν από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο υπόκωφος ήχος που εσκεμμένα συνοδεύει αρκετές από τις στιγμές της ταινίας κάνει την καρέκλα σου άβολη και εσύ περιμένεις με αγωνία να συμβεί μια έκπληξη που θα ανατρέψει τα πάντα, αλλά όλα θα επιστρέψουν εκεί που ήταν πριν. Όμως αυτές οι ζωές θα αποδειχθούν παράλληλες και θα περπατήσουν όλες στην ίδια ευθεία: η αιτία που οδήγησε τον Stone στην φυλακή ίσως γίνει η λύτρωση του Jack. Το τσιγάρο της μοναξιάς που καπνίζει η Lucetta μοιάζει με αυτό της Madylyn. Το βλέμμα του Jack στρέφεται σε μια ανώτερη δύναμη, ίσως την ίδια που βοηθάει την Madylyn να συνεχίζει τη ζωή της.

Edward Norton και Robert De Νiro επιστρέφουν στους στιβαρούς δραματικούς ρόλους ενώ η Milla Jovovich αποδεικνύεται ξανά, μια άξια ηθοποιός που τυχγάνει να είναι όμορφη και όχι το αντίθετο που αρκετοί υποστηρίζουν. Δεν ξέρω εάν κάποιος από τους χαρακτήρες θα καταφέρει να γίνει συμπαθής, σίγουρα όμως όλοι τους θα βρεθούν υπό αμφισβήτηση όπως και η ταινία που δημιούργησε ο Curran. Και εγώ πιστεύω πως εκείνοι που δεν ενθουσιάστηκαν ίσως να περίμεναν μια χορταστική μπουκιά στην οποία θα κατανοούσαν όλες τις γεύσεις.

Εδώ όμως έχουμε τέσσερις χαρακτήρες που δεν θα ανακαλύψεις ποτέ ποιες είναι οι προθέσεις τους. Αυτές οι μάσκες δεν θα πέσουν. Sorry...

31/10/10

Eat Pray Love [2010] - dir: Ryan Murphy

Καθώς το χέρι μου γλιστρούσε ευχάριστα πριν δύο μήνες στις σελίδες του βιβλίου Eat Pray Love, συνειδητοποιούσα όλο και περισσότερο πόσο εύκολα μπορεί να ταυτιστεί κάποιος με την ιστορία της Elizabeth Gilbert. Κρατούσα ένα δυνατό όπλο για το πως ένας άνθρωπος μπορεί να βγει ζωντανός από τη σκληρή δοκιμασία της αναζήτησης της προσωπικής ισορροπίας. Δεν είναι λίγοι αυτοί που το προσπαθούν. Ο γλαφυρός τρόπος περιγραφής του πόνου που βίωσε η Gilbert μόνο και μόνο επειδή είχε το θάρρος να αρνηθεί τις ευκολίες της ζωής, ο αυτοσαρκασμός, το χιούμορ και η αμεσότητά της που σου ανοίγουν διάπλατα την πόρτα της ψυχής της για να μπεις εσύ ο άγνωστος μέσα, είναι ένα γλυκό βάλσαμο. Το ότι η παραγωγή της ταινίας κατέληξε σε μια τόσο αδιάφορη μεταφορά της ιστορίας στη μεγάλη οθόνη, δεν το περίμενα.

Μια Αμερικανίδα στο ζενίθ της ζωής, στην Νέα Υόρκη της αφθονίας, την πόλη που ούτε αυτή αλλά ούτε και οι επιθυμίες των κατοίκων της κοιμούνται ποτέ. Νέα, επιτυχημένη συγγραφέας, παντρεμένη, κυνηγός του χρόνου και της παραγωγικότητας, συνειδητοποιεί τις λάθος επιλογές της και επιτέλους βρίσκει το θάρρος να το δηλώσει δυνατά ανοίγοντας το κουτί της Πανδώρας. Επώδυνος χωρισμός, νέα σχέση, ακόμα πιο επώδυνοι χωρισμοί. Εδώ όμως δεν έχουμε μια γυναίκα που κοιτά την καλοπέραση της αλλά κάποια που θρηνεί για τα λάθη και την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των συντρόφων της, καταλήγοντας με μαθηματική ακρίβεια σε ψυχολογική πτώση, την θλίψη και την κατάθλιψη. Αλλά όπως γράφει και η ίδια στο βιβλίο της “Ο Θεός δεν σου κλείνει ποτέ την πόρτα κατάμουτρα πριν σου ανοίξει ένα πακέτο μπισκότα”. Γι αυτό και εισακούει την επαναλαμβανόμενη επιθυμία της να μάθει Ιταλικά, γνωρίζει μια Ινδή γκουρού και ένας μάγος από την Ινδονησία την προσκαλεί να τον επισκεφθεί. Στην Ιταλία. Στην Ινδία. Στην Ινδονησία. Η Αγία Τριάδα της.

Η Ιταλία είναι η πρώτη πρόκληση. Ένας λαός που αναγνωρίζει το δικαίωμά του στην απόλαυση και την dolce vita, λέξεις άγνωστες ως τότε γι αυτήν. Η τέχνη του“Δεν κάνω τίποτα” όμως αρχίζει να της γίνεται αγαπητή μιας και συμπίπτει απόλυτα με την ανάγκη για περισσότερη επαφή με τον εαυτό της αφήνοντας κατά μέρος τη διαρκή αυτό - επιβεβαίωση ότι η ευτυχία που της συμβαίνει της αξίζει, χαρακτηριστικό της υπερκινητικής προέλευσής της. Στην Ινδία θα εγκατασταθεί σε ένα ashram για να συναντήσει τον προσωπικό της Θεό μέσα από την προσευχή και το διαλογισμό. Στο πνευματικό αυτό ησυχαστήρια θα καταλάβει τη σημαντικότητα της γαλήνης, της ηρεμίας ότι η ενέργεια είναι πολύτιμη για να την ξοδεύει αλόγιστα και στον οποιονδήποτε. Ότι το σύμπαν θα σου φερθεί όπως του φέρεσαι κι εσύ. Η Ινδονησία θα είναι το τελευταίο της βήμα. Εκεί θα επιδιώξει την εσωτερική της ισορροπία αλλά και να ξανασυναντήσει τον μάγο που πριν αρκετούς μήνες είχε προβλέψει ότι θα μείνει κοντά του προκειμένου να της μεταφέρει τη Σοφία του. Κάπου εκεί έρχεται και ο έρωτας.



Έχω ξανασυναντήσει την αθώα παγίδα που σου στήνει το μυαλό όταν έχεις διαβάσει πρώτα το βιβλίο, μιας και τα γεγονότα έχουν ήδη πάρει μορφή στον χάρτη στης μνήμης. Είναι δύσκολο να δεχτείς την απόδοση της ίδιας ιστορίας από κάποιον άλλο. Όμως εδώ έχουμε μια επιφανειακή επαφή με το πνευματικό ταξίδι της Liz Gilbert, ένα χάδι που δεν τολμά να αγγίξει εις βάθος την ιστορία και να φτάσει στην ουσία του πράγματος. Όμορφες εικόνες από τον Ryan Murphy (γνωστός και ως σκηνοθέτης του μακάβριου Nip/Tuck) που κάνει μια μικρή έκπληξη με την ευαισθησία που δείχνει στην φυσική ομορφιά των τοπίων, η πάντα λαμπερή Julia Roberts αλλά πουθενά η ολοκληρωμένη ενσάρκωση της προσωπικότητα της Gilbert. Καμία περιγραφή στο πόσο δύσκολη είναι η επίτευξη της αυτοσυγκέντρωσης και του διαλογισμού, καμία αναφορά στο οικογενειακό της περιβάλλον, τους ψυχολογικούς λαβύρινθους, τη διαλυμένη της ψυχή, ενώ οι άνθρωποι που συνάντησε στη διαδρομή παρουσιάζονται σαν εύκολες γνωριμίες χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο στη ζωή της. Πώς μπορεί να αποτυπωθεί η τόλμη και το θάρρος αν οι ίδιοι οι δημιουργοί δεν ρισκάρουν;

Ίσως το πιο λυπηρό απ' όλα να είναι η έλλειψη ευαισθησίας απέναντι στην ιστορία της γυναίκας αυτής, προφανώς γιατί τα σίγουρα χρήματα δεν χρειάζονταν στην προκειμένη περίπτωση γερή και ρεαλιστική βάση. Όμως εδώ είναι το μεγάλο λάθος και η αποτυχία της ταινίας μιας και αποδεικνύεται πως οι ίδιοι άνθρωποι δεν “διάβασαν” σωστά τον τεράστιο απόηχο που είχε το βιβλίο. Αναγνωρίζω τη δυσκολία που έγκειται στο να περιγραφούν οι πλούσιες εμπειρίες που βίωσε η ηρωίδα σε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, όμως μέσα σε δυόμιση σχεδόν ώρες παρακολουθούμε ένα φευγαλέο πέρασμα από αυτή τη διαδρομή. Και ορισμένες φορές όλα δείχνουν να έχουν συμβεί με ένα χτύπημα των δαχτύλων. Κανένας άνθρωπος όμως δεν ξανά ενώθηκε έτσι απλά πριν γίνει πρώτα χίλια κομμάτια. Και εγώ δεν είδα ούτε ένα.

7/10/10

Waitress [2007] - dir: Adrienne Shelly

Η Jenna πνίγεται. Και όταν πνίγεται, στο μυαλό της αρχίζουν να τρέχουν πολύχρωμα ζαχαρωτά, λιωμένη σοκολάτα, ζουμερά βατόμουρα και πολλά άλλα υλικά τα οποία καταλήγουν να γίνονται λαχταριστές πίτες με ιδιόρρυθμα και πρωτότυπα ονόματα. Το μυαλό και τα χέρια δουλεύουν ασταμάτητα, η φαντασία της ξεχειλίζει. Έτσι μόνο μπορεί και παίρνει δύναμη για να συνεχίζει την ζωή της στο καταπιεστικό περιβάλλον που την περικλείει. Αυτή είναι η άμυνα που της δίνει το οξυγόνο για να αναπνεύσει μέσα από την γαλάζια “χαρωπή” στολή της Σερβιτόρας.



















Σε μια μικροαστική πόλης της Νότιας Αμερικής όπου ακόμα και ο αέρας που πνέει καταβάλλεται από το αίσθημα της μονοτονίας, η Jenna Hunterson σερβίρει αλλά και δημιουργεί πίτες στο diner του Joe. Μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη καταφέρνει να την παγιδεύσει ακόμα περισσότερο στον αποπνικτικό γάμο με τον συναισθηματικά αποβλακωμένο άντρα της από τον οποίο θέλει απεγνωσμένα να δραπετεύσει. Ο Earl είναι φτιαγμένος από τα πιο άνοστα και μίζερα υλικά που υπάρχουν.Καταπιεστικός, ανασφαλής, ένα νταής που τρέμει τη φωνή του και επιτέλους, πόση ανοησία μπορεί να ανεχτεί κάποιος; Η ωρολογιακή βόμβα όμως έχει ρυθμιστεί και είναι έτοιμη να σκάσει στο πρόσωπο εκείνου που δεν ακούει κανένα από τα προειδοποιητικά χτυπήματα, που δεν βλέπει πέρα από την προσωπικό του εφησυχασμό, παρά μόνο φλυαρεί για τις δικές του ανάγκες.3...2...1...

Την Jenna την ξέρεις, είναι ένας πολύ οικείος άνθρωπος. Εκείνος που έχει στρογγυλοκαθίσει στον πάτο της δυστυχίας και έχει παραδοθεί στη ζωή που του ορίζουν οι άλλοι. Που προτιμά να ασφυκτιά παρά να πράττει αυτό που σκέφτεται έτσι όπως ακριβώς είναι, σε αντίθεση με τους γύρω της που την αντιμετωπίζουν με όλη την ειλικρίνεια που χωράει ο νους. Ίσως νιώσεις και εσύ τον κόμπο που έχει στο λαιμό να σε πνίγει το ίδιο. “The Queen of Goodness and Kindness”, μα ποιος θέλει έναν τέτοιο ανιαρό τίτλο; Από τη στιγμή που δεν είναι πηγή έμπνευσης για μία νέα πίτα νομίζω πως ούτε και η ίδια. Είναι όμως απίστευτο πώς καμιά φορά ένα ζαχαρωτό μπορεί να κρύβει μέσα του τη δύναμη μιας ολόκληρης τούρτας και να σε εκπλήξει ευχάριστα εκεί που δεν το περιμένεις.




















Γιατί η Jenna μπορεί να έχει ανέβει στο μοναχικό roller coaster της θυματοποίησης αλλά από εκεί ψηλά έχει πάντα την καλύτερη θέα των ονείρων της. Όταν δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους γύρω της τότε είναι που κάνει τις σπουδαιότερες συζητήσεις με την εαυτό της. Σα να σβήνει το φούρνο της ζωής που σιγό - καίει όλη μέρα, για να ακούσει την εσωτερική της φωνή, ένας προσωπικός διάλογος που την βοηθάει να αποτραβιέται και να βρίσκεται κοντά στην δική της έξοδο κινδύνου. Γιατί παρ' όλα τα εμπόδια η Jenna είναι κατασκευασμένη να βλέπει πέρα από αυτά, εκεί που ευτυχώς ακόμα βρίσκεται η ελπίδα της. Μικρές πόρτες διαφυγής υπάρχουν: ένας διαγωνισμός που μπορεί να της χαρίσει αρκετά χρήματα, ο νέος γιατρός που είναι έτοιμος να σταθεί δίπλα της, αλλά η λύση είναι εξωφρενικά κοντά και περιμένει απλά να της δώσει σημασία.

Η Adrienne Shelly δημιούργησε ένα χαρακτήρα από τα πιο γήινα υλικά. Υπάρχουν στιγμές που θέλεις να αγκαλιάσεις την Keri Russel που την υποδύεται, μια γιατί το κάνει πραγματικά καλά και μια γιατί αυτό θα είχες ανάγκη εάν ήσουν στη θέση της Jenna. Μια γυναίκα δημιουργική που αγαπά να προσφέρει στους γύρω της - και κάπου κάπου και στον εαυτό της - μέσα από τη μαγειρική της. Και που φτάνει γι αυτήν (όπως και για όλους μας) η ώρα να ανακαλύψει πως η ζωή δεν είναι ένα κομμάτι γλυκιάς αλλά πικρής πίτας που όμως επιλέχθηκε κατά λάθος. Αλλά για κάθε λάθος επιλογή υπάρχει πάντα και μια σωστή. Καβουρδισμένο με πολύ δόση κυνικότητας και με μια επιπλέον θλίψης, αφού η δημιουργός και σκηνοθέτης δολοφονήθηκε λίγο καιρό πριν την κυκλοφορία της ταινίας μην προλαβαίνοντας να θαυμάσει το δημιούργημά της ολοκληρωμένο.

Σερβίρετε τον πιο απολαυστικό εαυτό σας στους γύρω σας και φροντίζετε πάντα να έχετε τον χρόνο να σερβίρεστε το κομμάτι της αγαπημένης σας γεύσης. Ακόμα και αν ονομάζεται “Pregnant Miserable Self Pitying Loser Pie”.
It might taste like heaven!


26/9/10

Nowhere Boy [2009] - dir: Sam Taylor - Wood

















Αν φανταζόσασταν πως ο John Lennon γεννήθηκε παιδί-θαύμα, λυπάμαι....

Αφήνοντας τον εαυτό σου να βυθιστεί στον βρετανικό αέρα που πνέει το Nowhere Boy, ξεχνάς πως η ταινία περιγράφει τα εφηβικά χρόνια του πιο γνωστού τραγουδιστή στον κόσμο. Θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιοδήποτε νεαρό και τις ψυχοσωματικές αλλαγές που δέχεται σε αυτή την “τρελή” ηλικία των δεκαπέντε. Αυτό όμως που κάνει ξεχωριστή και εντυπωσιακή τη ζωή αυτού του παιδιού δεν είναι τόσο η δυσκολία που βιώνει όσο ο βαθμός της. Μια εφηβεία γεμάτη απώλειες, απουσία πατρικής φιγούρας, συναισθηματικά κενά. Ένα έδαφος που συνεχώς δονούνταν από την έλλειψη σταθερότητας και όλα αυτά, σε ένα “εργατικό” Liverpool του '50.

Σε μια εποχή που οι δρόμοι έπαιρναν φωτιά από το Rock 'n' Roll, που ο Elvis προκαλούσε παροξυσμό και τα γυαλιά του Buddy Holly έκανα μόδα, ο John Lennon ήταν ένα ακόμη αλητάκι που έκλεβε 45αρια από το τοπικό δισκάδικο και γύριζε τα ρεβέρ του παντελονιού του μιμούμενος τα ροκαμπίλια της εποχής του. Που να ήξερε πως σε μερικά χρόνια θα τον μιμούνταν ο μισός πλανήτης! Παρέα με τα υπόλοιπα “αγγλόνια” φλερτάρει, οργίζεται, πουλάει μαγκιά ο,τι έκανε κάθε έφηβος στην ηλικία του δηλαδή.

Η έλλειψη της βιολογικής του μητέρας και οι απαντήσεις που δεν έχει πάρει ποτέ για την απουσία της έρχονται να καλυφθούν από τον ξαφνικό ερχομό της, γεγονός που θα προκαλέσει αναστάτωση στον John αλλά και στην σχέση του με την συγκροτημένη θεία Mimi που μεριμνά για την ανατροφή του όλα αυτά τα χρόνια. Μια μητέρα συνεσταλμένη, που διασκεδάζει, φλερτάρει, ένα πνεύμα φιλελεύθερο που λικνίζεται με την πρώτη ευκαιρία στους ρυθμούς της μουσικής. Όμως η απουσία και ο γυρισμός ενός ανθρώπου μπορούν να είναι το ίδιο επώδυνοι. Η ισορροπία στο οικογενειακό περιβάλλον δεν μπορεί να καλυφθεί από μια μητέρα “περαστική”. Από μια μητέρα που δεν αναλαμβάνει ποτέ τις ευθύνες της, μια μητέρα που βρίσκεται ακόμα παγιωμένη στη δική της εφηβεία. Συγκρούσεις, ρήξη στην ήδη προβληματική μεταξύ τους σχέση και έπειτα ο θυμός αλλά εδώ βρίσκεται το πραγματικό χάρισμα αυτού του ακόμα άσημου νεαρού. Θα μετατρέψει την απογοήτευση σε δημιουργικότητα, θα επιλέξει τα γρατζουνίσματα μιας μεταχειρισμένης κιθάρας από την πικρία, ίσως γιατί ένας έφηβος έτσι κερδίζει το ενδιαφέρον του γονιού. Ίσως πάλι επειδή πολύ απλά κατάλαβε πως η μουσική είναι αυτό που αναζητά όταν αντίκρισε για πρώτη φορά την μητέρα του να παίζει μπάντζο, ίσως επειδή όσο και να τον εγκαταλείπει θα αγαπάει αυτήν και ένα από αυτά που αγαπάει η ίδια τόσο πολύ.

















Λένε πως οι μεγαλύτερες αλλαγές στη ζωή μας γίνονται σε ένα μόλις λεπτό, σε χρόνο ανύποπτο. Έτσι και η αλήθεια που καρτερικά αναζητούσαν οι άνθρωποι αυτοί τόσα χρόνια θα έρθει στην επιφάνεια εν μια νυκτί λυτρώνοντας τους από τα “γιατί” που τους στοίχειωναν. Μόνο και μόνο για να τους φέρει τόσο κοντά όσο λαχταρούσαν και για να τους πάρει ξανά μακρυά μια άλλη πραγματικότητα, αυτή της ζωής. Υπάρχει όμως η αλήθεια που ούτε εξηγείται ούτε αναλύεται σε λόγια, αυτή της ανιδιοτελούς αγάπης που μέσα σε όλες τις δυσκολίες έχουν την τύχη να βιώνουν. Μιας αγάπης που όλα αυτά τα χρόνια υπήρχε εκεί, την ένιωθαν στις καρδιές τους και την προσέφεραν ο ένας στον άλλο, ο καθένας με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Το αυστηρό βλέμμα της θείας που τρέμει από αγωνία, η μητέρα που κοιτά με μετανιωμένα μάτια ο John που η οργή είναι η άμυνά του για να προστατεύσει τον ευαίσθητο εαυτό του. Όμως μέσα από τόση αγάπη πάντα καλά πράγματα μπορούν να συμβούν, έτσι και ο Lennon θα πάρει τον δρόμο του στον οποίο θα συναντήσει εκείνους που θα μείνουν για πολλά χρόνια στη ζωή του και θα πορευτούν μαζί προς τη δόξα.

Μια ταινία που εστιάζει τον προβολέα της σε μια τόσο ευαίσθητη σχέση του Lennon με τις γυναίκες της εφηβείας του, προάγγελος της αγάπης που θα δεχτεί τα υπόλοιπα χρόνια από εκατομμύρια κόσμο. Δεν υπάρχουν στοιχεία τη λάμψης και της αίγλης που γνώρισε στα μετέπειτα χρόνια παρ' όλα αυτά έχει τον δικό της ξεχωριστό tempo: στριφογυρίζει γύρω από τις σχέσεις τριών ανθρώπων, αρπάζει την καρδιά ενός παιδιού και πετάει τα όνειρά του στα σύννεφα. Pure Rock 'n' Roll...